Άρθρα

Να στείλω το παιδί μου στον παιδικό σταθμό ή όχι;

  

Ένα δίλημμα που αντιμετωπίζουν πολλοί γονείς, καθώς το παιδάκι τους μεγαλώνει, είναι το κατά πόσο θα ήταν καλύτερο να πάει στον παιδικό σταθμό ή να παραμείνει στο σπίτι μέχρι τη φοίτησή του στο νηπιαγωγείο. Και αν τελικά πάει, ποια θα ήταν η κατάλληλη ηλικία για να ξεκινήσει;

Όπως συμβαίνει με όλα σχεδόν τα θέματα ψυχικής υγείας και διαπαιδαγώγησης, έτσι και στο θέμα αυτό δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Η κάθε οικογένεια μπορεί να κάνει την επιλογή που ταιριάζει καλύτερα στην ίδια και στη συγκεκριμένη φάση της ζωής της. Καλό είναι όμως να έχουμε υπόψη μας ορισμένες παραμέτρους, που θα μας βοηθήσουν να αποφασίσουμε τι είναι πιο χρήσιμο για τη δική μας περίπτωση.

Κατ’ αρχάς, αναπτυξιακά, τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής του ένα παιδάκι έχει περισσότερο ανάγκη τη συνεχή παρουσία και την αποκλειστικότητα της μητέρας του. Είναι λιγότερο έτοιμο να αποχωριστεί πρόσωπα και πράγματα. Γι’ αυτό, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα το παιδί να μείνει με τη μητέρα του σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, αυτό θεωρείται ιδανικό. Σήμερα όμως που η πλειοψηφία των μητέρων εργάζεται, συνήθως δεν υπάρχει εκ των πραγμάτων αυτή η δυνατότητα. Επιπλέον, επειδή τα παιδιά σήμερα έχουν πάρα πολλά ερεθίσματα, είναι πολύ πιο προχωρημένα στη νοητική και ψυχοσυναισθηματική τους ανάπτυξη σε σχέση με τα παιδιά πριν από 15-20 χρόνια. Γι’ αυτό και συνήθως γύρω στα 2,5 χρόνια αρχίζουν να βαριούνται στο σπίτι, όσες δραστηριότητες κι αν τους κάνουμε. Αρχίζουν να έχουν έντονα την ανάγκη της παρουσίας άλλων παιδιών για να παίξουν και μεγαλύτερο εύρος δραστηριοτήτων από αυτές που μπορεί να προσφέρει μια μαμά ή ένας μπαμπάς στο σπίτι.  Και η αλήθεια είναι ότι όση διάθεση και γνώσεις και να έχει κανείς, δεν μπορεί να καλύψει το εύρος των δραστηριοτήτων ενός παιδικού σταθμού.

Επίσης ένα από τα πράγματα που χρειάζεται να λάβουμε υπόψη μας, προκειμένου να πάρουμε την καλύτερη για μας απόφαση, είναι με ποιον θα μείνει το παιδί στο σπίτι στην περίπτωση που δεν θα πάει στον παιδικό σταθμό. Θα είναι με τη μαμά του, με τον μπαμπά του, με τη γιαγιά και τον παππού ή με κάποια νταντά; Έχουν αυτά τα πρόσωπα τη διάθεση και τον χρόνο να μιλούν, να τραγουδούν, να διαβάζουν και να παίζουν με το παιδί; Ή τις ώρες που μένει το παιδί στο σπίτι θα είναι κολλημένο στην τηλεόραση και στον υπολογιστή; Θα βγαίνει βόλτες έξω ώστε να τρέξει και να εκτονωθεί ή θα παραμένει όλη την ημέρα στο σπίτι;

Επιπλέον χρειάζεται να κάνουμε μια έρευνα για τον συγκεκριμένο παιδικό σταθμό στον οποίο πρόκειται να φοιτήσει το παιδί μας. Γιατί το κατά πόσο η παρουσία του παιδιού μας εκεί θα συμβάλλει θετικά στην ανάπτυξή του, εξαρτάται πολύ από την ποιότητα του συγκεκριμένου παιδικού σταθμού. Από το κέφι, δηλαδή, και το μεράκι των εκπαιδευτικών που τον στελεχώνουν, από την σωστή κατάρτισή τους και κυρίως από τη συμπεριφορά και την υπομονή τους. Επίσης εξαρτάται από τις συνθήκες του χώρου, την καθαριότητα, τους κανόνες υγιεινής, την ύπαρξη επαρκούς χώρου για τον αριθμό των παιδιών που φιλοξενεί, τη διαθεσιμότητα ποιοτικών υλικών για δραστηριότητες κτλ.

Όταν υπάρχει πάντως υψηλή ποιότητα στις παρεχόμενες υπηρεσίες ενός παιδικού σταθμού, η φοίτηση του παιδιού εκεί μπορεί να συμβάλλει θετικά σε πάρα πολλούς τομείς της ανάπτυξής του, όπως στην κοινωνικοποίηση, τη συμπεριφορά, την αυτοπεποίθηση αλλά και τη γνωστική, γλωσσική και συναισθηματική ανάπτυξή του. Αυτό διαφαίνεται τόσο μέσα από την κλινική εμπειρία όσο και μέσα από ερευνητικά δεδομένα.

Για παράδειγμα, σύμφωνα με μια πρόσφατα δημοσιευμένη έρευνα από το Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας και Ιατρικής Έρευνας της Γαλλίας (INSERM), η φοίτηση στον παιδικό σταθμό συμβάλλει στη βελτίωση της συμπεριφοράς των παιδιών, καθώς και στη μείωση προβλημάτων στις κοινωνικές τους σχέσεις (Journal of Epidemiology and Community Health).

Και τα ευρήματα αυτά δεν είναι δύσκολο να εξηγηθούν, αφού στον παιδικό σταθμό το παιδί έχει πολύ περισσότερες ευκαιρίες για κοινωνική συναναστροφή με άτομα της ηλικίας του. Έρχεται καθημερινά σε επαφή με ένα μεγάλο αριθμό συνομηλίκων, με τους οποίους συμμετέχει όχι μόνο σε ατομικές αλλά και σε ομαδικές δραστηριότητες και παιχνίδια. Έτσι μαθαίνει να δημιουργεί φιλίες, να συνεργάζεται, να μοιράζεται αλλά και να διεκδικεί. Μαθαίνει ότι άλλοτε κερδίζουμε και άλλοτε χάνουμε. Αντιλαμβάνεται ότι υπάρχουν και άλλα άτομα με εξίσου ίδια δικαιώματα και ευθύνες και ότι δεν μπορεί, και δεν χρειάζεται, να είναι πάντοτε το ίδιο το επίκεντρο του ενδιαφέροντος.

Επίσης, μέσα από τη συμμετοχή στην ομάδα των συνομηλίκων το παιδί μαθαίνει να υπακούει σε κανόνες όπως π.χ. να περιμένει τη σειρά του, να συμμαζεύει τα παιχνίδια που έχει χρησιμοποιήσει και να αποδέχεται τα όρια της ομάδας. Στον αντίποδα αυτού βέβαια πολύ συχνά οι γονείς παρατηρούν, ιδιαίτερα το πρώτο διάστημα που ξεκινά η φοίτηση στον παιδικό σταθμό, το παιδί τους να μιμείται και πολλές αρνητικές συμπεριφορές άλλων παιδιών. Με τον κατάλληλο χειρισμό όμως, τόσο των εκπαιδευτικών όσο και των γονιών, τέτοιου είδους συμπεριφορές είναι συνήθως εύκολα διαχειρίσιμες πριν παγιωθούν.

Ένας άλλος τομέας στον οποίο μπορεί να συμβάλλει θετικά ο παιδικός σταθμός (υπό προϋποθέσεις) είναι η ανάπτυξη της αυτοπεποίθησης ενός παιδιού. Και αυτό γιατί είναι ένα πλαίσιο που ενθαρρύνει το παιδί να αυτονομηθεί, σε αναλογία φυσικά με την ηλικία του, και να αυτοεξυπηρετηθεί σε μεγαλύτερο βαθμό π.χ. τρώει μόνο του, πηγαίνει στην τουαλέτα και ντύνεται μόνο του μετά κτλ. Άλλωστε είναι γνωστό ότι όσο περισσότερες πρωτοβουλίες αναλαμβάνει κανείς και όσες περισσότερες ευκαιρίες έχει να δοκιμάζει τις δυνάμεις του και να τα καταφέρνει, τόσο πιο σίγουρος νιώθει για τον εαυτό του. Εκτός αυτού, πιο συγκεκριμένα στο θέμα του φαγητού, έχει παρατηρηθεί ότι πολλά παιδάκια που στο σπίτι δεν τρώνε εύκολα και είναι πολύ επιλεκτικά, στον παιδικό σταθμό αρχίζουν να τρώνε καλύτερα επηρεαζόμενα προφανώς από την υπόλοιπη ομάδα.

Παράλληλα, μια σημαντική παράμετρος είναι ότι στον παιδικό σταθμό τα παιδιά μαθαίνουν παίζοντας. Μέσα από το παιχνίδι στην τάξη αποκτούν περισσότερες γνώσεις, πλουσιότερο λεξιλόγιο, διευρύνουν τα ενδιαφέροντά τους, γίνονται πιο επιδέξια στη χρήση υλικών, και όλα αυτά συμβάλλουν στην ανάπτυξη των γνωστικών και γλωσσικών τους ικανοτήτων. Στη γλωσσική ανάπτυξη ειδικότερα, συμβάλλει και το γεγονός ότι το παιδί στο σχολείο αναγκάζεται να μιλήσει πιο καθαρά προκειμένου να γίνει κατανοητό τόσο από τους εκπαιδευτικούς όσο και από τους συνομηλίκους, ενώ στο σπίτι οι γονείς έχουν συνήθως την ικανότητα να καταλαβαίνουν τι θέλει το παιδάκι τους ακόμα κι όταν εκείνο δεν το εκφράζει λεκτικά.

Εκτός από τα παραπάνω όμως, στην όποια απόφαση πάρουμε είναι σημαντικό να συνυπολογίσουμε και το όφελος που μπορεί να έχει η φοίτηση του παιδιού στον παιδικό σταθμό για τους γονείς, ειδικά για τις εργαζόμενες μητέρες. Το γεγονός δηλαδή ότι έτσι θα έχουν περισσότερο προσωπικό χρόνο που μπορούν να αξιοποιήσουν για την εργασία τους ή για τον εαυτό τους. Όλα αυτά βέβαια σε καμία περίπτωση δεν σημαίνουν ότι δεν θα ήταν σωστή επιλογή το να κρατήσει μια μητέρα, εφόσον έχει τον χρόνο και τη διάθεση, το παιδί της στο σπίτι μέχρι τα τέσσερα που αυτό θα ξεκινήσει νηπιαγωγείο. Κάθε άλλο. Ή αν αποφασίσει, για παράδειγμα, να κρατήσει το παιδί της στο σπίτι επειδή έχει αποκτήσει πρόσφατα ένα νέο μέλος η οικογένεια και θέλει να αποφύγει τη μετάδοση ιώσεων. Αυτό που τονίζεται όμως είναι ότι προκειμένου να πάρει ένας γονιός την πιο χρήσιμη για τη δική του περίπτωση απόφαση, είναι σημαντικό να ακούσει τις ανάγκες όχι μόνο του παιδιού αλλά και τις δικές του ώστε να είναι και ο ίδιος ευχαριστημένος με την όποια επιλογή. Άλλωστε τα παιδιά είναι χαρούμενα και ευτυχισμένα όταν έχουν χαρούμενους και ευτυχισμένους γονείς.

Copyright © 2013 psychologos-kordera.gr All Rights Reserved.
powered by Softways S.A.